Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα δημοσιονομική κρίση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα δημοσιονομική κρίση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 8 Δεκεμβρίου 2011

Περί πολέμων

Όταν γύρισα στην Ελλάδα πριν δυόμισι χρόνια περίπου, ήξερα ότι η Ελληνική κοινωνία είχε τα προβλήματα της: ήταν μάλλον διασκεδαστικό να βλέπεις τον κόσμο να παραβιάζει τις κίτρινες γραμμές στο αεροδρόμιο, τις άσπρες γραμμές στους σηματοδότες, να περνάει με κόκκινο, να καπνίζει κάτω από ταμπέλες που ευχαριστούσαν τους άλλους που δεν κάπνιζαν, και άλλα παρόμοια. Τώρα πια, μετά από δυόμισι χρόνια, κατάλαβα ότι ζω εκείνη την σουρεαλιστική σκηνή του κινηματογραφικού έργου Catch-22: ένας άνθρωπος είναι πάνω σε ένα βομβαρδιστικό αεροπλάνο που πετάει με τις πόρτες σπασμένες. Ο αέρας φυσάει από παντού και ο πυροβολητής κείτεται στο πάτωμα του αεροπλάνου τραυματισμένος, σκεπασμένος με μια κουβέρτα. Ο άνθρωπος σκύβει πάνω από τον πυροβολητή και τον φροντίζει. Σ’ όλη την διάρκεια του έργου η σκηνή επαναλαμβάνεται. Ο πυροβολητής τραυματισμένος και ο άνθρωπος να σκύβει από πάνω του προσπαθώντας να τον βοηθήσει. Καθώς εξελίσσεται το έργο, κάθε φορά που η σκηνή επαναλαμβάνεται, ο άνθρωπος μας αντιλαμβάνεται ότι ο πυροβολητής είναι όλο και πιο σοβαρά τραυματισμένος, ώσπου στην τελευταία σκηνή τραβάει πίσω την κουβέρτα και ανακαλύπτει ότι όλο το σώμα του πυροβολητή είναι σμπαραλιασμένο από τα θραύσματα, ότι δεν υπάρχει καμιά ελπίδα και κάθε προσπάθεια σωτηρίας είναι μάταιη.
Οι καταστάσεις που βλέπω γύρω μου και που ζω, αυτό λένε. Τι να γράψει πια κανείς και τι να πρωτοπεί; Αυτά ούτε γράφονται ούτε λέγονται χωρίς να κάνουν παραπάνω ζημιά. Μερικές κοινωνίες φτάνουν σε ένα σημείο που είναι πια απροχώρητο. Τότε αυτοκαταστρέφονται, για να δημιουργηθεί μια καινούρια κοινωνία από τις στάχτες. Οι δύο παγκόσμιοι πόλεμοι που έζησαν οι προηγούμενες γενιές αυτό έκαναν: κατέστρεψαν τις κοινωνίες που δεν τραβούσαν άλλο: την αποικιοκρατία, την καταπίεση των γυναικών, το ταξικό σύστημα, τον φεουδαρχισμό, τα γκέτα των Εβραίων. Τα άτομα που έζησαν σ’ εκείνες τις εποχές καταστράφηκαν. Ισως θα μπορούσαμε να πούμε ότι ήταν οι ανθρωποθυσίες που έκανε η ανθρωπότητα στους θεούς για να εξιλεωθεί από τις αμαρτίες της, και οι θεοί σαν αντάλλαγμα της έδωσαν τα απελευθερωτικά κινήματα των λαών, τις νέες ιδεολογίες, την κατάργηση των γκέτο, της αποικιοκρατίας, της καταπίεσης των γυναικών, τους χάρισαν τις νέες τεχνολογίες των υπολογιστών, των τηλεπικοινωνιών, και όλα αυτά που άνθισαν μετά τον πρώτο και προπαντός μετά τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο. Οι άγριες δασικές πυρκαγιές, δηλαδή αυτές που δεν είναι αποτέλεσμα εμπρησμού, είναι κακές για τα δέντρα που καίγονται. Είναι όμως καλές για το δάσος που ξαναφυτρώνει αναζωογονημένο, απαλλαγμένο από την σαβούρα που είχε μαζευτεί στο δάπεδο του και που το κατέπνιγε. Κάπως έτσι είναι και οι πόλεμοι για την κοινωνία. Είναι κατάρα γι’ αυτούς που τους βιώνουν. Είναι όμως καλοί για τις κοινωνίες που δημιουργούνται μετά, απαλλαγμένες από την σαβούρα του παρελθόντος, με νέες βάσεις και νέες ιδέες, μέχρι και αυτές να ζήσουν τον κύκλο τους, να φτάσουν στο απροχώρητο και να αυτοκαταστραφούν για να ανοίξουν τον δρόμο σ΄ αυτές που θα αναδειχτούν από τις στάχτες! Χρειάστηκαν δύο παγκόσμιοι πόλεμοι για να καταστραφεί η Βρετανική αυτοκρατορία. Ο τρίτος παγκόσμιος πόλεμος, που χρειάστηκε για να καταστραφεί η Σοβιετική αυτοκρατορία, ήταν μόνον ψυχρός για τους περισσότερους, (θερμός γι’ μας μέσω του εμφυλίου, αλλά και αργότερα για την Κορέα, το Βιετνάμ και αλλού). Τώρα ο τέταρτος παγκόσμιος πόλεμος είναι οικονομικός και κάποια αυτοκρατορία θα καταστραφεί. Ίσως η Αμερικάνικη. Ίσως η Ευρωπαϊκή. Ίσως και οι δύο. Κάποιοι άνθρωποι θα θυσιαστούν. Κάποιες κοινωνίες θα χαθούν για πάντα. Και κάποιες νέες θα αναδειχτούν από τις στάχτες. Αλίμονο σε μας που βιώνουμε τώρα αυτόν τον πόλεμο. Το μόνο που μπορούμε να κάνουμε είναι να λέμε εκείνη την σοφή προσευχή: «Θεέ μου, δώσε μου δύναμη να αλλάξω αυτά που μπορώ να αλλάξω, υπομονή να υπομένω αυτά που δεν μπορώ να αλλάξω, και σοφία να ξεχωρίσω τα δύο».
Μαρία Πέτρου

Παρασκευή 1 Ιουλίου 2011

Περί της Μπάρμπης και του σπιτιού της

Το 1959 έκανε την εμφάνιση της η Μπάρμπη, η πρώτη κούκλα που απευθύνονταν στο γυναικείο αντί για το μητρικό ένστικτο των κοριτσιών. Στα επόμενα χρόνια, μέχρι ακόμα και σήμερα, η Μπάρμπη κυριάρχησε στην αγορά του παιχνιδιού. Πολύ σύντομα είχαμε την γκαρνταρόμπα της Μπάρμπης, το αυτοκίνητο της Μπάρμπης, και βέβαια και το σπίτι της Μπάρμπης, ένα ροζ σπιτάκι που τα είχε όλα: τις βρυσούλες του, τις μπανιερίτσες του, τα παραθυράκια του, τα τηλεφωνάκια του, όλα τέλος πάντων. Το σπίτι της Μπάρμπης τα είχε όλα! Τα είχε όλα, αλλά τίποτα δεν δούλευε!

Μερικές φορές αυτή η χώρα είναι σαν το σπίτι της Μπάρμπης: τα έχει όλα και τίποτα δεν δουλεύει. Μήπως δουλεύει το δικαστικό σύστημα; (πώς γίνεται και ο κύριος Ψωμιάδης, ενώ παύτηκε από περιφερειάρχης με δικαστική απόφαση λόγω κατάχρησης εξουσίας, εξακολουθεί και κυκλοφορεί ως περιφερειάρχης στην Θεσσαλονίκη;) η τροχαία; (είδατε ποτέ καμιά κάμερα να πιάνει κάποιον που τρέχει σαν παλαβός;) η αστυνομία; (γιατί ακόμα οι «γνωστοί άγνωστοι» κουκουλοφόροι παραμένουν άγνωστοι;) Ας πάρουμε για παράδειγμα τον νόμο περί κράνους των μοτοσικλετιστών. Θεσμοθετήθηκε για να σώσει ζωές. Έλα όμως που κάποιο στραβόξυλο στην επιτροπή που τον επεξεργάστηκε προφανώς είχε κάποια απωθημένα να βγάλει και κατάφερε να αλλάξει μια κρίσιμη λέξη στον νόμο ώστε να τον κάνει άχρηστο! Έτσι, οι νομοταγείς μοτοσικλετιστές κουβαλούν το κράνος τους σαν βραχιόλι στο χέρι αντί να το φοράνε, μια και ο νόμος λέει ότι ο μοτοσικλετιστής πρέπει να «έχει» κράνος, αντί να λέει ότι πρέπει να «φοράει» κράνος! Ας πάρουμε και τον νόμο περί φαρμακείων στα αυτοκίνητα, που και αυτός έγινε για να σώσει ζωές. Έλα όμως που δεν λέει τί πρέπει να περιέχει το φαρμακείου του αυτοκινήτου! Έτσι τα περισσότερα φαρμακεία που οι νομοταγείς αυτοκινητιστές έχουν στα αυτοκίνητα τους είναι κάτι πλαστικά κουτάκια με έναν σταυρό απέξω και ένα πακέτο χαρτομάνδηλα μέσα! Και μια και μιλάμε για φαρμακεία: ο νόμος περί απελευθέρωσης του επαγγέλματος, που υποτίθεται ότι θα ξεχώριζε τον ρόλο του επιχειρηματία από αυτόν του επιστήμονα, και θα επέτρεπε σε οποιονδήποτε να ανοίξει φαρμακείο αρκεί να υπάρχει μόνιμος φαρμακοποιός μέσα, από δω μπασταρδεύτηκε από κει μπασταρδεύτηκε, και κατάντησε αγνώριστος: τώρα «απελευθέρωση του επαγγέλματος» σημαίνει απελευθέρωση του ωραρίου λειτουργίας των φαρμακείων, που ο σύλλογος φαρμακοποιών έτσι και αλλιώς αποφάσισε να μην εφαρμόσει! Κατά τα άλλα, το επάγγελμα του φαρμακοποιού απελευθερώθηκε! Έχουμε και έναν ωραίο νόμο για την ΔΕΗ: για να σε δώσει ρεύμα πρέπει να καταθέσεις το σχέδιο της ηλεκτρικής εγκατάστασης του σπιτιού. Και αυτός ο νόμος έχει γίνει για να σώσει κόπο και ίσως ζωές: δεν θα ήταν φρόνιμο πριν αρχίσεις να καρφώνεις σε κάποιον τοίχο να ξέρεις αν περνάν καλώδια από πίσω; Έλα όμως που οι ηλεκτρολόγοι έχουν μερικά στάνταρντ σχέδια, ένα για μονοκατοικία, ένα για διαμέρισμα ενός δωματίου, ένα για διαμέρισμα δύο δωματίων κλπ. Σου δίνουν λοιπόν ένα και σου λένε κατάθεσε αυτό! Και αν τολμήσεις να πεις ότι αυτό το σχέδιο δεν είναι του σπιτιού σου, αλλοίμονο σου! Το λιγότερο που θα σου πουν είναι ότι είσαι για δέσιμο!

Αλλά είναι μόνον το σπίτι της Μπάρμπης που δεν λειτουργεί; Μήπως η ίδια η Μπάρμπη πάει καλύτερα; Μήπως λειτουργούν τα αυτάκια της; Όχι βέβαια! Η Μπάρμπη έχει κενό ανάμεσα στα δύο αυτιά! Τώρα τί έχουν οι πολιτικοί μας ανάμεσα στα δύο αυτιά, ένας Θεός ξέρει! Εγώ πάντως δεν καταλαβαίνω πώς γίνεται οτιδήποτε ερώτηση να κάνει ο δημοσιογράφος στον εκπρόσωπο του ΚΚΕ να παίρνει πάντα την ίδια απάντηση: «Αντιλαϊκά μέτρα υπέρ της πλουτοκρατίας» , ή το πώς γίνεται ότι ό,τι και να λένε οι Ευρωπαίοι φίλοι και δανειστές μας, ο κύριος Σαμαράς να εξακολουθεί να επαναλαμβάνει: «Επαναδιαπραγμάτευση του χρέους...Επαναδιαπραγμάτευση του χρέους... Επαναδιαπραγμάτευση του χρέους...». Φαίνεται τελικά ότι η Μπάρμπη έχει μέσα της ένα μαγνητοφωνάκι, σαν τις άλλες κούκλες της παιδικής μας ηλικίας, εκείνες που «μιλούσαν» και επαναλάμβαναν συνέχεια την ίδια φράση: «Μαμά πει-νά-ω...Μαμά πει-νά-ω...Μαμά πει-νά-ω...» ή «Μαμά θέ-λω ά-λλα-γμα... Μαμά θέ-λω ά-λλα-γμα... Μαμά θέ-λω ά-λλα-γμα...», που στα κινέζικα μεταφράζεται σε «Μαμά χέ-στη-κα...(τρις)», κάτι περίπου σαν αυτό που λένε οι δανειστές μας όταν ακούν τα περί επαναδιαπραγμάτευσης. Η κάθε σκεπτόμενη Μπάρμπη όμως ξέρει, ότι για να ζητήσεις επαναδιαπραγμάτευση του συμβολαίου σου, θα πρέπει να έχεις πάρει στο χέρι έναν καινούριο άσσο, που στην περίπτωση μας μεταφράζεται στο να έχεις δείξει ότι οι μεταρρυθμίσεις που έκανες ως τώρα δούλεψαν, και ο λαός είναι μονιασμένος και αποφασισμένος να πατάξει τα κακώς κείμενα του παρελθόντος. Και μια και δεν υπάρχει τέτοιος άσσος, τα περί επαναδιαπραγμάτευσης του χρέους απλώς δίνουν την ψεύτικη εντύπωση σε όλους τους Μπάρμπους και τις Μπάρμπες, με το κενό ανάμεσα στα αυτιά, ότι υπάρχουν εναλλακτικές λύσεις, ενώ δεν υπάρχουν, και τους παρέχουν κίνητρα για τα έκτροπα που βλέπουμε να εκτυλίσσονται στους δρόμους της Αθήνας και αλλού.

Μαρία Πέτρου

Πέμπτη 2 Δεκεμβρίου 2010

Περί σκοινιού και σαπουνιού

Κάποιος είπε ότι ο γάμος είναι σαν ένα πολιορκημένο φρούριο: όσοι είναι μέσα θέλουν να βγουν έξω και όσοι είναι απέξω θέλουν να μπουν μέσα! Κάπως έτσι είναι και το Δημόσιο στην Ελλάδα: όσοι είναι δημόσιοι υπάλληλοι μάλλον ντρέπονται να το πούνε, μια και η Ελληνική κοινωνία τους έχει κολλήσει την ρετσινιά, δικαίως ή αδίκως, του τεμπέλη και χαραμοφάη. Από την άλλη μεριά έχω ακούσει εκατοντάδες φορές την φράση: «Αυτός παιδί μου δεν είναι για πολλά. Να χωθεί εκεί πουθενά στο δημόσιο να τρώει ένα κομμάτι ψωμί.» Και καλά να το λένε αυτό οι μαμάδες όσων έχουν αρνητικό IQ, οι μορφωμένοι και πτυχιούχοι νομίζετε ότι πάνε πίσω; Έχουμε και σύλλογο «αδιόριστων καθηγητών». Δηλαδή πώς γίνεται αυτό; Αφού δεν έχουν διοριστεί πως είναι καθηγητές; Όχι ότι αποκαλούν τους εαυτούς τους καθηγητές επειδή δουλεύουν στον ιδιωτικό τομέα, μια και οι περισσότεροι, αν δουλεύουν στον ιδιωτικό τομέα, θεωρούν τον εαυτό τους άνεργο. Είναι «καθηγητές» επειδή επιθυμούν να διοριστούν στο δημόσιο να διδάξουν, και δεν διορίστηκαν ακόμα. Έτσι κάνουν την επιθυμία τους τίτλο και περιμένουν να μπουν στο κάστρο πολιορκώντας το όσο πιο ασφυκτικά μπορούν. Και επειδή με όποιον δάσκαλο καθίσεις τέτοια γράμματα θα μάθεις, ο φαύλος κύκλος του παραλόγου συνεχίζεται από γενιά σε γενιά. Τώρα το θέμα είναι πώς βγαίνει κανείς από τον φαύλο κύκλο. Το σκέφτηκα αυτό δια μακρόν και κατέληξα στην μαγική φόρμουλα! Αν μπορούσα να το κάνω, θα έβαζα μια καθαρίστρια πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης (ιδιωτικού δικαίου και με δυνατότητα να απολυθεί αν δεν κάνει καλά την δουλειά της) στις τουαλέτες του κάθε νηπιαγωγείου της χώρας, ώστε οι τουαλέτες να είναι απαστράπτουσες, να έχουν χαρτί υγείας, ζεστό νερό και σαπούνι, έτσι ώστε να μεγαλώσουν νέες γενιές ανθρώπων με αξιοπρέπεια και σεβασμό προς τον εαυτό τους. Γιατί ο αυτοσεβασμός δεν έρχεται τζάμπα: ο αυτοσεβασμός καλλιεργείται από βρεφικής ηλικίας από τον σεβασμό που δείχνει η κοινωνία στο άτομο. Γιατί μόνον ένας άνθρωπος χωρίς αυτοσεβασμό τολμάει να σε πει όταν ρωτήσεις την τιμή ενός προϊόντος: «Με απόδειξη ή χωρίς απόδειξη;» (δηλαδή, «Να συνωμοτήσουμε να κλέψουμε το κράτος ή όχι;»), όπως έκαναν και κάνουν πολλοί καταστηματάρχες. Μόνον ένας άνθρωπος χωρίς αυτοσεβασμό τολμάει να απαιτήσει από καρκινοπαθή συνταξιούχο του ΙΚΑ φακελάκι, ίσο με τρεις συντάξεις του ΙΚΑ, με την δικαιολογία ότι έκανε καλή δουλειά και πρόσεξε να μην της κόψει τις φωνητικές χορδές της (δηλαδή αν δεν περίμενε φακελάκι, η γυναίκα θα ήταν τώρα βουβή!), όπως έκανε ο κύριος Αβακούμ στην μητέρα μου. Μόνον ένας άνθρωπος χωρίς αυτοσεβασμό τολμάει να ανάψει τσιγάρο κάτω από την ταμπέλα «Απαγορεύεται το κάπνισμα». Μόνον ένας άνθρωπος χωρίς αυτοσεβασμό σκαλίζει την μύτη του μπροστά στα παιδιά όπως έκανε ένας δάσκαλος μου στο Δημοτικό. Μόνον ένας άνθρωπος χωρίς αυτοσεβασμό θάβει το χεσμένο πάμπερ του μωρού της στην άμμο της παραλίας, για να το βρει ίσως κάποιο άλλο παιδάκι που θα έρθει με το κουβαδάκι του να παίξει, γιατί βαριέται να κάνει δέκα βήματα να το βάλει στον κάδο. Μόνον ένας άνθρωπος χωρίς αυτοσεβασμό θα ανοίξει την πόρτα του αυτοκινήτου του και θα πετάξει στην άκρη του δρόμου την σακούλα με τα σκουπίδια από το εξοχικό του, γιατί δεν θέλει να την πάρει σπίτι του να την βάλει στον σκουπιδοτενεκέ του. Μόνον ένας άνθρωπος χωρία αυτοσεβασμό θα πει στον υποψήφιο νοικάρη «Το νοίκιο είναι 1000 ευρώ, αλλά θα σου δίνω αποδείξεις για 500» όπως είπε κάποιος νοικοκύρης στους εκπροσώπους του ΔΝΤ πρόσφατα στην Αθήνα όταν έψαχναν για διαμέρισμα.

Βρέθηκα πρόσφατα στο κτίριο της Ιατρικής σχολής ενός Ελληνικού Πανεπιστημίου και έφριξα: η πόρτα της τουαλέτας κρέμονταν από έναν ρεζέ, η λεκάνη ήταν χωρίς καπάκια και πασαλειμμένη σκατό, δεν υπήρχε ούτε σταγόνα νερό, και φυσικά το να περιμένεις χαρτί υγείας και σαπούνι θα ήταν εξωγήινο. Στην ίδια κατάσταση ήταν οι τουαλέτες του Δημοτικού σχολείου που πήγαινα: οι στοίβες τα σκατά σέρνονταν από πίσω όταν άνοιγες την πόρτα και η βρώμα σε προειδοποιούσε για το τι σε περίμενε από μεγάλη απόσταση-γ’ αυτό άλλωστε οι τουαλέτες ήταν μακριά από το σχολικό κτίριο. Γενιές από Ελληνόπουλα μεγάλωσαν θεωρώντας ότι είναι τελείως φυσικό οι τουαλέτες κοινής χρήσης να είναι στην κατάσταση αυτή. Έτσι, κάθε φορά που είχα επισκέπτες από την Ελλάδα στην Αγγλία, είχα δυσκολία να τους πείσω να χρησιμοποιήσουν την δημόσια τουαλέτα σε κάποιο κουτσοχώρι που πηγαίναμε για περίπατο. Και όταν τελικά τους έπειθα, έμειναν έκπληκτοι που η τουαλέτα ήταν καθαρή, είχε χαρτί υγείας, ζεστό νερό και σαπούνι. Όταν ήμασταν στο Δημοτικό, μας έλεγαν ότι ο πολιτισμός ενός λαού κρίνεται από την ποσότητα σαπουνιού που καταναλώνει. Εγώ θα έλεγα ότι ο πολιτισμός ενός λαού κρίνεται από την κατάσταση που βρίσκονται οι δημόσιες τουαλέτες. Εκεί είναι που φαίνεται αν ο πολίτης έχει αξιοπρέπεια, αυτοσεβασμό και σεβασμό προς τους συνανθρώπους του. Στο κάτω κάτω, το σαπούνι έχει πολλές χρήσεις. Παράδειγμα, αν μετά από όλα αυτά αποφασίσουμε να το φουντάρουμε ομαδικά, θα χρειαστούμε πολύ σκοινί και πολύ μα πάρα πολύ σαπούνι!

Μαρία Πέτρου

Τρίτη 9 Νοεμβρίου 2010

Περί του χορού του Ζαλόγγου

Υπάρχει μια σκηνή στο έργο «Η κυρά μας η μαμή», όπου ο Πρόεδρος του χωριού είναι άρρωστος. Είναι άρρωστος και δεν ξέρει τι του φταίει. Μια ζητάει ένα έξτρα μαξιλάρι γιατί είναι μέσα στην γούβα, μια δεν θέλει το έξτρα μαξιλάρι γιατί τον έστησαν σαν τον Αθανάσιο Διάκο, μια θέλει νερό, μια δεν θέλει, και πάει λέγοντας. Πολύ χαρακτηριστικό όταν είναι κανείς άρρωστος: δεν ξέρει τι τον φταίει, και τα βάζει με όλους, ακόμα και με την ταλαίπωρη την γυναίκα του που σκίζεται να τον εξυπηρετήσει. Το μόνο του πρόβλημα βέβαια ήταν ότι το προηγούμενο βράδυ είχε φάει μέχρι σκασμού και υπέφερε από βαρυστομαχιά. Μου φαίνεται ότι κάπως έτσι είναι και η Ελληνική κοινωνία τώρα: έφαγε, έφαγε, έφαγε μέχρι σκασμού στην περίοδο των παχέων αγελάδων και τώρα έχει βαρυστομαχιά και δεν ξέρει τι της φταίει. Και οι αγελάδες ήταν τετράπαχες, πω πω πόσο παχές ήτανε! Όχι βέβαια από το χορταράκι που παρήγαγε η Ελληνική γη, μια και η Ελληνική γη δεν παράγει και πολύ χόρτο-πιο πολύ γαϊδουράγκαθα! Αλλά πάχυναν από χορταράκι που ήταν φκιαγμένο από αέρα κοπανιστό! Και ξέρετε πόσο δύσπεπτο είναι το χορταράκι που είναι φκιαγμένο από αέρα κοπανιστό; Πα πα πα ! Μη σου τύχει! Έτσι λοιπόν ο ασθενής τώρα υποφέρει και δεν ξέρει τι του φταίει. Φωνάζει για το ένα, φωνάζει για το άλλο και για τα μόνα που δεν φωνάζει είναι τα πράγματα που μπορούν πράγματι να διορθωθούν, μια και το να διορθωθούν δεν κοστίζει τίποτα. Γιατί είναι πολλά στραβά που πέφτουν στην κατηγορία αυτή και που περιγράφονται από την φράση του Κηλαϊδόνη «Το πρόβλημα που λέτε δεν είναι το να μπεις. Είναι που σου την έχουνε στημένη όταν βγείς!» Έτσι, αν δεν είσαι Αθηναίος και μπεις στο μετρό της Αθήνας για να πας στο αεροδρόμιο, η υπάλληλος που σου πουλάει το εισιτήριο μπορεί να σου εξηγήσει για την ώρα αναχώρησης, το αριθμό της αποβάθρας κλπ, αλλά το πιο σημαντικό, ότι δηλαδή πρέπει να ακυρώσεις το εισιτήριο που μόλις σου πούλησε (γιατί άραγε δεν το ακυρώνει η ίδια κατ’ ευθείαν;) δεν θα σου το πει! Ούτε η είσοδος σου στο τρένο θα εμποδιστεί αν δεν έχεις ακυρώσει το εισιτήριο, όπως γίνεται σε άλλες χώρες. Ούτε ακυρωτική μηχανή υπάρχει μέσα στο τρένο! Πως αλλιώς θα σου βάλουν το πρόστιμο των 36 ευρώ, του εξαπλασίου δηλαδή της αξίας του εισιτηρίου, όταν σε βρουν να ταξιδεύεις με μη ακυρωμένο εισιτήριο; Ή που στο αεροδρόμιο της Θεσσαλονίκης υπάρχει πάρκινγκ μακράς διαρκείας όπου το να αφήσεις το αυτοκίνητο σου για μία μέρα κοστίζει το μισό από το να το αφήσεις λίγα μέτρα πιο εκεί στο πάρκινγκ μικρής διάρκειας, μόνο που δεν υπάρχει πινακίδα που να σου το λέει! Ή που στο μετρό της Αθήνας τις πρωινές ώρες τα τρένα πάνε μόνον μέχρι Πλακεντίας, ενώ στην αποβάθρα γράφει ότι πάνε στο αεροδρόμιο, και εσύ περιμένεις και περιμένεις αλλά το πολυπόθητο τρένο δεν έρχεται και δεν υπάρχει ούτε γραπτή ούτε προφορική ανακοίνωση και ούτε υπάλληλος να ρωτήσεις. Και έτσι, όταν δεις ότι σου την έστησαν μιά, σου την έστησαν δυό, σου την έστησαν τρείς, στο τέλος δεν ξέρεις τι σου φταίει, και σου φταίνε όλα. Και βγαίνει ς από την φάκα και οδηγείς σαν τρελός, βγάζοντας τα απωθημένα σου παραβιάζοντας το κώδικα οδικής κυκλοφορίας, την σειρά στην ουρά, τους κανόνες ευπρέπειας και ευγένειας, τον αντικαπνιστικό νόμο, και γενικά ό,τι βρεθεί μπροστά σου.
Και, έχοντας φάει στην μάπα το άδικο ταξίδι στην εφορία μια και Παρασκευή το Μητρώο είναι κλειστό, αλλά εσύ δεν είσαι σε θέση να το ξέρεις από πριν και το μαθαίνεις μόνον όταν φτάσεις μπροστά στον γκισέ όπου έχουν βάλει την ταμπελίτσα, και όταν πας στον ΟΑΕΔ και σε ξαποστείλουν λέγοντας ότι η αίτηση γίνεται μόνον ηλεκτρονικά και εσύ βρείς κομπιούτερ και την κάνεις, μόνο όμως που πρέπει μετά να την τυπώσεις και να τους την πας (!), έ τότε πια το ρίχνεις στο πατριωτικό: «Του Έλληνα ο τράχηλος ζυγόν δεν υπομένει! Εγώ ελεύθερος γεννήθηκα και ελεύθερος θα πεθάνω! Θα μου πεις εσύ ρε μαλάκα πού μπορώ και πού δεν μπορώ να καπνίσω;» Έτσι, ο Έλληνας, που γεννήθηκε με ένα αναμμένο τσιγάρο στο χέρι, όπως ο baby-toon στην ταινία «Who framed Roger Rabbit?», πεθαίνει και με το τσιγάρο στο χέρι, κάνοντας τα πνευμόνια του, και αυτά των γύρω του, σαν τον σωλήνα του νιπτήρα μας όταν βουλώσει: γεμάτα από μία γκριζομαύρη γλίτζα, πού όταν τα ζουλήξουν κατά την νεκροψία βγαίνει σαν οδοντόπαστα! Τουλάχιστον έτσι φαινόταν στο Αυστραλέζικο ντοκιμαντέρ που προβάλλονταν στην τηλεόραση όταν η Αυστραλιανή κυβέρνηση έκανε εκστρατεία κατά του καπνίσματος για να πείσει τους πολίτες της να δεχτούν τον αντικαπνιστικό νόμο. Μόνο που εδώ δεν έγινε ποτέ μια τέτοια εκστρατεία. Για χρόνια το λόμπι των καπνοπαραγωγών την έβγαζε διάνα και η κυβέρνηση έκανε την πάπια επί του θέματος. Τώρα ξαφνικά καλούνται οι απληροφόρητοι Έλληνες πολίτες να βγάλουν την γλίτζα από τα πνευμόνια τους. Έλα όμως που του Έλληνος ο τράχηλος ζυγόν δεν υπομένει! Και έτσι μια και ο Έλληνας δεν ξέρει τι του φταίει, το ρίχνει στον χορό του Ζαλόγγου!

Μαρια Πέτρου