Τετάρτη 30 Ιουνίου 2010

Περί θαυματουργικής λαιμητόμου και άλλων τραγικών παρεξηγήσεων

Όταν ήμουν μικρή μας έκαναν άσφαλτο τον κεντρικό δρόμο κοντά στο σπίτι μας, και μας οριοθέτησαν τις διαβάσεις των πεζών. Η δασκάλα στο σχολείο μας είπε ότι ο δρόμος μας τώρα έχει διαβάσεις. Όταν πήγα στο σπίτι, ρώτησα την μαμά μου τί θα πει διάβαση. Η μαμά μου, με όλον τον κυνισμό που χαρακτήριζε τους περισσότερους Έλληνες της γενιάς της σχετικά με ευνομία και κυβερνητικές διατάξεις, μου απάντησε: “Αν σε σκοτώσει το αυτοκίνητο εκεί, σε πληρώνει. Αν σε σκοτώσει αλλού, δεν σε πληρώνει.” Την εξήγηση αυτή την άκουσα ξανά και ξανά από όλους του “ιθύνοντες” μεγάλους γύρω μου. Κανείς ποτέ δεν σκέφτηκε να μου πει: “Παιδί μου, στην διάβαση έχει προτεραιότητα ο πεζός, και αν είσαι εσύ ο οδηγός του αυτοκινήτου, θα πρέπει να τον αφήνεις να περνάει πρώτος.” Γενιές από Ελληνόπουλα μεγάλωσαν μ' αυτήν την παρεξήγηση, για να γίνουν οδηγοί που δεν ξέρουν τι θα πει διάβαση, και που παρερμηνεύουν τα θέματα ασφάλειας σαν θέματα του ποιός πληρώνει.

Έτσι, όταν ήρθαν φίλοι από την Ελλάδα να με επισκεφτούν στην Αγγλία, και στο αυτοκίνητο μου τους ζήτησα να φορέσουν τις ζώνες ασφαλείας, η αυθόρμητη αντίδραση τους γεμάτη κατανόηση ήταν: “Έχει βαριά πρόστιμα εδώ ε;” “Όχι”, τους απάντησα, “απλώς είναι θέμα ασφάλειας.” “Α! ναι... φυσικά...” είπαν με φωνή που έδειχνε ότι από μέσα τους έλεγαν “Ώχ καημένη και σύ, τι σχολάρας που είσαι...”.

Όταν δε ήρθα στην Ελλάδα και με παρέλαβαν φίλοι στο αεροδρόμιο, και βρεθήκαμε να τρέχουμε στην Κατεχάκη με πάνω από 100 χιλιόμετρα την ώρα, η κυρία που οδηγούσε μου εξήγησε μάλλον απολογητικά: “Να εδώ, τραβάμε λίγο την ζώνη για να φαίνεται απέξω ότι δήθεν την φοράμε, να μην φάμε και κανένα πρόστιμο.” Αυτό μου θύμισε ένα αστείο που λέγαμε όταν ήμασταν φοιτητές: “Σήμερα ξεγέλασα τον περιπτερά μου: του πέρασα ένα εικοσάρικο για δίφραγκο!”

Ήταν και ένας ταξιτζής που με πήγε στο αεροδρόμιο κάποια άλλη φορά, και ενοχλήθηκε γιατί τράβηξα να βγάλω την ζώνη που την είχε στριμώξει στο κάθισμα να είναι ίσια σαν σιδερωμένη και αχρησιμοποίητη. “Δεν χρειάζεται!” μου είπε. Και όταν εγώ αγνόησα την μυστική συμφωνία που είχε με τον Θεό, ότι δεν θα χρειαστεί να πατήσει απότομα φρένο στην συγκεκριμένη διαδρομή και να με εξφενδονίσει από το παρμπρίτζ όπως τον άνθρωπο-σφαίρα που έριχναν από το κανόνι στο τσίρκο που μας πήγαιναν όταν ήμασταν παιδιά, και έβαλα την ζώνη, μόλις κατέβηκα, κατέβηκε και αυτός από την θέση του, να έρθει γύρω γύρω και να τραβήξει και να ξαναστουμπώσει την ζώνη πίσω καλά, μπας και κανένας άλλος υποχόνδριος επιβάτης είχε την φαεινή ιδέα να την χρησιμοποιήσει και αυτός αμφισβητώντας την συμφωνία του με τον Ύψιστο. Ήταν η ίδια λογική με την οποία το παιχνίδι που είχα αγοράσει κάποτε για ένα ανιψάκι μου, πήγε κατευθείαν στην ντουλάπα “για να μην το χαλάσει το παιδί παίζοντας”. Χρόνια αργότερα, οι γονείς του παιδιού (που δεν ήταν πια παιδί) μου το έδειξαν περήφανοι που το παιχνίδι δεν χάλασε ποτέ, μιας και είχε μείνει στην ντουλάπα για πάντα (ίσως για να το παίζει ο γιός τους ως ενήλικας-ποιός ξέρει;).

'Οταν λοιπόν ήρθε μια φίλη μου με τα παιδιά της στο Λονδίνο να με επισκεφτούν, και επειδή τα μικρά αρνούντο να φορέσουν τις ζώνες, για να τα πείσω να τις βάλουν, τους είπα ότι το αυτοκίνητο μου είναι ειδικό και δεν ξεκινάει αν δεν φορούν όλοι οι επιβάτες τις ζώνες τους. Τα μικρά το πίστεψαν, και ήταν έτοιμα να τις βάλουν, όταν επενέβη η μαμά που δεν ήθελε άνθρωποι σαν και μένα να αποβλακώνουν τα παιδιά της: “Τι ανοησίες είναι αυτές που λες στα παιδιά. Παιδιά, αυτά είναι χαζομάρες! Δεν υπάρχουν τέτοια αυτοκίνητα!” Αυτό μου θύμισε την ιστορία ενός Γάλλου, ενός Άγγλου και ενός Ιρλανδού που είχαν καταδικαστεί σε θάνατο δι' αποκεφαλισμού από την Γαλλική επανάσταση. Όταν λοιπόν πήγαν να τους εκτελέσουν, βάζουν πρώτα το κεφάλι του Γάλλου στο κούτσουρο και ξαμολάν την γκιλοτίνα. Γκρατς, γκρατς, τίποτα. Το μαχαίρι δεν έπεφτε. Λένε λοιπόν οι γύρω: “Θαύμα, θαύμα, ο Θεός τον λυπήθηκε! Ας του χαρίσουμε την ζωή!”. Πράγματι, ο Γάλλος αφέθηκε ελεύθερος μια και ο Θεός είχε κάνει το θαύμα του. Μετά ήρθε η σειρά του Άγγλου. Το κεφάλι στο ξύλο. Η γκιλοτίνα απελευθερώνεται. Γρατς, γκρατς, τίποτα. Το μαχαίρι παραμένει στην θέση του. “Θαύμα, θαύμα, ο Θεός τον λυπήθηκε! Ας του χαρίσουμε την ζωή!”. Την γλύτωσε και ο Άγγλος. Έρχεται μετά η σειρά του Ιρλανδού. Κεφάλι στο ξύλο, τράβηγμα της ασφάλειας, τίποτα η γκιλοτίνα. Το μαχαίρι δεν πέφτει! “Θαύμα, θαύμα...” και βγάζουν τον Ιρλανδό από το ξύλο του αποκεφαλισμού. Οπότε, έξυπνος αυτός, κοιτάζει προσεκτικά την γκιλοτίνα και λέει: “Τι θαύμα και ξεθαύμα λέτε βρε χαζοί! Ένα ξυλάκι σκάλωσε στην αυλακιά και δεν αφήνει το μαχαίρι να πέσει! Θα σας την φκιάξω εγώ!”

Μαρία Πέτρου

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου